Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 3 Φεβρουαρίου 2011

Σταλες

Αναπαράγω μία παλιά ιστορία, που έγραψα το 2007 εδώ.

Η βροχή ξέσπασε ξαφνικά ενώ έβγαινε απο το γραφείο..είπε να ξαναμπεί μέσα αλλά σχόλαγαν όλοι, οπότε δεν το διακινδύνεψε. Τυλίχθηκε γρήγορα με το κασκώλ της στο κεφάλι και το αδιάβροχο και άρχισε να τρέχει πρός τον υπόγειο. Οι δρόμοι γεμάτοι νερά, τα πεζοδρόμια επίσης. Οι γόβες δεν βοηθούσαν, παρόλλο που απέφευγε τα νερά, γέμισαν τα πόδια της λάσπες. Στάθηκε στην άκρη του δρόμου για να περάσει απέναντι. Ο βιαστικός οδηγός πέρασε κοντά της σηκώνοντας ένα συντριβάνι λάσπόνερου που την περιέλουσε και εξαφανίσθηκε. Εκανε ένα βήμα πίσω και σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο..ζαλίστηκε.

Ενοιωσε χέρια να προσπαθούν να τη σηκώσουν. Σχεδόν αφέθηκε αλλά μετά στηρίχθηκε επάνω τους και τρικλίζοντας στάθηκε όρθια. Ενας άνδρας ακαθορίστου ηλικίας, τυλιγμένος σε αδιάβροχο την ρώταγε πώς αισθάνεται και αν θέλει να την πάει πουθενά.. Εγνεψε ναί, ίσα που μπορούσε, κάτι έσταζε απο τα μαλλιά της, ένα κομμάτι λάσπη, αχχ! Τι φρίκη. Την έπιασε αγκαζέ και την οδήγησε πρός το κοντινώτερο πάρκινγκ, μπήκαν σε ένα λευκό αυτοκίνητο και ξεκίνησαν.
Τα μάτια της τσούζαν φρικτά, έψαξε για ένα χαρτομάντηλο, τα σκούπισε αλλά πάλι τα ίδια. Δάκρυζαν συνέχεια, έτσι δεν μπόρεσε άμεσα να δεί που πήγαινε το αυτοκίνητο ΄μέχρις ότου η σιδερένια γκαραζόπορτα έκλεισε πίσω τους. Οχι δεν την πήγαινε σπίτι της ή σε ένα Ιατρικό Κέντρο. Γύρισε κάτι να πεί αλλά ξαφνικά όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι. Η πόρτα του αυτοκινήτου άνοιξε και την βοήθησε να βγεί. Τα γυμνά της πόδια πάτησαν σε παγωμένο τσιμέντο, ανέβηκαν κρύες σκάλες και έφθασαν πάνω σε χαλί ή μοκέττα. Ετρεμε ολόκληρη. Τα χέρια, της έβγαλαν τα ρούχα όλα, το αδιάβροχο, το ταγιέρ της, πουκάμισο, μαντήλι, σουτιέν, καλσόν, σλιπάκι. Μία ζεστή πετσέτα την τύλιξε και την σήκωσαν αγκαλιά. Ενα αχόρταγο στόμα κόλλησε στο δικό της, ανοίγοντας τα χείλια της και ρουφώντας ..το είναι της. Παρόλλο που δεν ήθελε, ανταποκρίθηκε χαλαρώνοντας κάπως.

Βρέθηκε πάνω σε ένα μαλακό στρώμα ενώ η πετσέτα ξεδίπλωνε. Το σκοτάδι βαθύ, σήκωσε τα χέρια της, της είχαν κλείσει τα μάτια με ένα ύφασμα, έκανε να το βγάλει “΄’οχι” είπε η φωνή και το παράτησε. Καλύτερα έτσι, ανώνυμη και χαλαρή. Τα χέρια την ξανασήκωσαν και μετά την άφησαν μέσα σε μία όαση ζεστού νερού..αχ! τι τύχη! ένα μπάνιο επιτέλους. Χαλάρωσε νεώ το υδρομασσάζ της έγλειφε το ταλαιπωρημένο της κορμί. Τα χέρια του της έτριβαν τα μπράτσα, τους γλουτούς, το στήθος, το αιδοίο, μπήκαν και μέσα λίγο, προχώρησαν πρός τον πρωκτό και πάλι έξω..σκέτη απόλαυση, σκέτη ηδονή..σαν λουλούδι άνοιγε τα πέταλά της στην πρωϊνή αύρα..τυλίχθηκε στα χάδια και κοιμήθηκε.
άκουσε το νερό να φεύγει απο τη μπανιέρα..ε που πάς κάτσε λίγο ακόμη..κρυώνω. Οχι, όμως κάτι άλλο υπήρχε. Τη βοήθησε να σηκωθεί όρθια, η πετσέτα τη σκούπισε απαλά. Περπάτησε πάλι πάνω σε παγωμένα πλακάκια, μοκέττες και την κάθισε σε ένα ζεστό στρώμα..ανάσκελα, αναρρίγησε. Κάτι γυαλικα ακούστηκαν και τα χέρια άρχισαν να την αλείφουν με κάτι γλυστερό, να είναι λάδια, μήπως της κάνει και μασσάζ…
Τα μεγάλα ζεστά χέρια την άλειφαν παντού απο το πρόσωπο μέχρι και την κλειτορίδα της, ιδιαίτερα εκεί, άρχισε να αργοσαλεύει, να τρέμει, να βογγάει, φώναξε…και συνέχισε να τινάζεται ώσπου
έπεσε επάνω της απαιτητικά.. Επιτέλους!
Ο ένας οργασμός διαδεχόταν τον άλλο και τελειωμό δεν είχαν..πόσο θ’αντέξει όμως?
“Μη βιάζεσαι”, “όλο το weekend, δικό μας είναι” της είπε

Οποτε έβρεχε, αυτή τη φαντασίωση είχα..για πολλά χρόνια. Και σήμερα βρέχει

Read Full Post »