Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 9 Φεβρουαρίου 2009

Αποφάσισαν να πάνε μιά βόλτα μέχρι τα αρχαία και μετά στο δασάκι εκεί κοντά. Βρήκανε μία σκιά κάτω απο κάτι βράχια και κούρνιασαν εκεί. Είχε αρκετή δροσιά. Ο Αντώνης τη κάθισε στα γόνατά του και άρχισε να τη φιλάει αφού έβαλε τα χέρια του στα βυζιά της. Προσεκτικά της ξεκούμπωσε το μπλουζάκι της και νάτο το νέο δαντελωτό σουτιέν με το χαμηλό κόψιμο, ίσα που σκέπαζε τις ερεθισμένες της ρώγες.. , τα χείλια του μετατοπίστηκαν και πήραν τη μία ρώγα στο στόμα, ενώ τα δάχτυλά του πίεζαν την άλλη, δυνατά αχχ πονάω, μη όχι τόσο.. εκείνος αδιάφορα πιπίλιζε τη μία και έσφιγγε την άλλη. Η Ειρήνη άρχισε να συστρέφεται, ο πόνος οξύς και συνάμα την άναβε τόσο,  με την άκρη του ματιού της είδε τη Κλαρίσα να βρίσκεται πίσω της και να της κατεβάζει το φερμουάρ της φούστας της.. «τι κάνεις;» τη ρωτάει έντρομη θέλοντας να συμπληρώσει μπροστά στον Αντώνη που υποτίθεται δεν ήξερε τη κρυφή τους σχέση..

μιά σχέση που ξεκίνησε πέρυσι σε ενα τουριστικό λεωφορείο μετά απο μία εκδρομή. Ηταν σούρουπο και καθόντουσαν δίπλα-δίπλα. Το κεφάλι της Ειρήνης έγειρε μισοκοιμισμένο πάνω στη Κλαρίσα. Η τελευταία έβαλε το δάχτυλό της στα μισανοιγμένα χείλια της άλλης που βάλθηκε να το πιπιλάει σαν μωρό παιδί. Το χέρι της Ειρήνης κινήθηκε μπροστά για πότε βρήκε το πουλάκι της άλλης, τρύπωσε κάτω απο τη φούστα της και άραξε πάνω στην επιφάνειά του. Σκέπασε η Κλαρίσσα τη κοιμισμένη με ένα παλτό, κανείς να μη βλέπει τις περιπτύξεις τους. Οι οργασμοί της Κλαρίσσας πέρασαν σαν το τρέμουλο αλλά η νύχτα ήταν μεγάλη για εκείνες. Στην Αθήνα όταν έφθασε το πούλμαν πήγαν στο σπίτι της Ειρήνης όπου αφού πέταξαν η μία τα ρούχα της άλλης στο πάτωμα αφέθηκαν στις γλώσσες τους που εξερεύνησαν κάθε κοιλώτητα, κάθε τρύπα, κάθε βουναλάκι, κάθε χαράδρα για να καταλήξουν στο πιο απίθανο γα μη σι που είχε να κάνει η Ειρήνη σε όλη της τη ζωή. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ με γυναίκα, ούτε ποτέ είχε ενδιαφέρον για το ίδιο φύλλο.

«τι κάνεις;» ρωτάει έντρομη ενώ αισθάνεται τα χέρια της Κλαρίσας να της κόβουν το νέο της κυλοτάκι. Και μετά έγινε γρήγορα, βρέθηκε ανάσκελα στα φύλλα με τα πόδια ψηλά. Την έγδυσαν αμέσως και για πότε βρέθηκε με το κεφάλι της στο μου νι της Κλαρίσσας ενώ ο Αντώνης τη πηδούσε απο πίσω. Μακάρισε το γεγονός που είχε βάλει ζελέ στο κω λο της, ο Αντώνης ήταν ο πρώτος της, την είχε ανοίξει καλά, όμως καμμιά φορά την πόναγε ακόμη λίγο, ιδιαίτερα αμα της τον έβαζε μιά κι έξω όπως τώρα, δεν είπε λέξη το στόμα της ήταν γεμάτο με τα υγρά της φίλης της, το κεφάλι της κλειδωμένο μέσα στα μπούτια που έρρεαν σέξ και μυρωδιές. Αλλαξαν προτού χυσει, τώρα πήδαγε τη Κλαρίσα απο πίσω ενώ εκείνη την έγλειφε απο μπροστά.. ώστε κι αυτός σε πηδάει αγάπη μου, δεν είμαι η μόνη στη καρδιά σου.   Δεν είμαι η μόνη που γλείφει τα ονειρά σου.

«Θα σε τιμωρήσω που με απατούσες με τη ξαδέλφη μου τόσο καιρό» της είπε. Δεν πρόλαβε να διαμαρτυρηθεί. Τη ντύσανε γρήγορα χωρίς όμως να της φορέσουν εσώρουχα. Οι ερεθισμένες της ρώγες διαγράφονταν στα λεπτά τοιχώματα της μπλούζας. Το σπέρμα και τα σάλια έτρεχαν στα γόνατά της. Πήγαν σπίτι του. Οι δύο αδελφοί της Κλαρίσας τους περίμεναν. Γυμνοί και έτοιμοι. Ω! Ναί! Το σαββατοκύριακο θα ήταν ατέλειωτο, μέσα στα όργια της ηδονής, 2 γυναίκες με 3 άντρες όλα τα έδωσαν ο ένας στον άλλο.

Read Full Post »