Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 16 Ιουλίου 2008

Προσκαλεσμένοι σε κυκλαδίτικο νησί απο αγαπημένους θείους ξεκίνησαν οι δίδυμες. Μόλις είχαν τελειώσει το πρώτο έτος της Νομικής, είχαν ξεφορτωθεί τα διαβάσματα, τους γονείς, τις αγωνίες των εξετάσεων, αντε να πάμε για κανένα μπανάκι, να ξεσκάσουμε και που ξέρεις..όλο και κάτι μπορεί να προκύψει.

Μετά απο κάποιες εξερευνήσεις στις κατάμεστες παραλίες και στις υποδείξεις των θείων τους, εντόπισαν την ιδανική παραλία στο νησί. Χωρίς σχεδόν καθόλου κόσμο, απροσπέλαστη απο ξηράς αλλά προσβάσιμη απο θάλασσα, μπαίνανε στο θαλάσσιο ποδήλατο και φτανανε. Τις πρώτες φορές είχε και εκεί κόσμο, συνήθως απο καράβια, φουσκωτά, βάρκες. Βρήκαν όμως τη σωστή στιγμή να πηγαίνουν ή νωρίς το πρωϊ, πρίν τις 08.00 ή αργά το απόγευμα, μετά τις 18.00. Τότε δεν πήγαινε κανείς.

Ενα πρωϊ λοιπόν φθάσανε κατά τις 06.45 στη παραλία τους. Τράβηξαν το ποδήλατο στα πετραδάκια της παραλίας και άπλωσαν τις ψάθες τους. Ως τις 12.00 η παραλία θα ήταν κατάδική τους. Η Αλέκα βούτηξε πρώτη, πάντα της άρεσε να ξεχωρίζει απο την Μαριλένα σε όλα. Το νερό ήταν γαργαλιστικά δροσερό, αισθάνθηκε τις ρώγες της να ανασηκώνονται σαν να τις χάϊδευε χέρι εραστή. Με αυτά και με εκείνα είχε κανα χρόνο να πηδηχθεί, όχι ο,τι δεν υπήρχαν ευκαιρίες, ήταν όμως τα διαβάσματα και το ξενερωμα που την άφηναν αδιάφορη. Το νερό δεν είχε τις δικές της σκέψεις, μπήκε μέσα της, μέσα το ήδη υγρό αιδοίο, ανακάτεψε τις μικρές τριχούλες της ήβης. Δεν το ξύριζε το πουλί της η Αλέκα, το συμμάζευε να μη φαινονται οι τρίχες απο το μαγιώ, όταν φορούσε μαγιώ, αλλά δεν το ξύριζε όπως κάνανε άλλες και σε όποιον αρέσει. Σήμερα όμως που βούτηξε γυμνή στο κυμα, ένοιωσε σαν να έπεφτε στα χέρια του ικανώτερου εραστή. Αχ! ναί! Πάρε με τώρα.   

Ο βυθός δεν φαινόταν καλά εξαιτίας της φυκιάδας, έτσι κι αλλιώς δεν κολυμπούσε στα βαθιά, ένα φύκι σκάλωσε στις τρίχες της, τι γέλιο, πότε τη γαργαλούσε, πότε την τράβαγε, γελώντας άρχισε να γυρίζει μέσα στο κύμα ενώ το πονηρό φύκι την ακολουθούσε τρυπώνοντας όπου εύρισκε..μα τι γίνεται εδώ, αναρωτήθηκε και κύτταξε πρός τα κάτω..μιά σκιά. Τα χρειάστηκε, λές νάναι κανένας καρχαρίας να με βρούν μισοφαγωμένη όπως στα «σαγώνια»!!

Εκανε νόημα στην αδελφή της που ολόγυμνη λιαζόταν ανάσκελα στη παραλία, αλλά εκείνη νόμιζε ότι τη προσκαλούσε μέσα. Μπήκε με μεγάλες απλωτές και την έφτασε..και η σκιά απο κάτω άρχισε να πασπατεύει και εκείνη, που αντίθετα με την αδελφή της είχε ξυρίσει την ήβη της και τις όποιες τρίχες της είχε κάνει σχήμα καρδιάς. Η σκιά ήταν μακρουλή και είχε βατραχοπέδιλα..φιού! ευτυχώς δεν ήταν ψάρι, ήταν κάποιος χαμένος μέςτη θάλασσα, με τις μπουκάλες του δύτη που βρήκε το δρόμο του στο σώμα μιάς γοργόνας και μιάς δεύτερης γοργόνας. Τυλίχτηκε ανάμεσα απο τα πόδια τους, τα χέρια του ζύγιζαν πότε το ένα βυζί, πότε το άλλο, έμπαιναν πότε στο ένα μ..ουνί, πότε στο άλλο, ανάτρεχαν πότε τον ένα π..ισινό, πότε τον άλλο. Και όλοι χόρευαν το χορό των αναζητήσεων, μές το κύμα. Η Μαριλένα βούτηξε, μπορούσε να κρατήσει την αναπνοή της πιο πολύ απο την Αλέκα, έφθασε χαμηλά, στα πόδια του δύτη που δεν φορούσε στολή αλλά ένα απλό μαγιώ. Την ώρα που αυτός βούταγε την αδελφή της, του κατέβασε το μαγιώ, το πήρε μαζί της και αναδύθηκε. Αρχισαν να το πετάνε η μία στην άλλη σαν μπάλλα. Ο άντρας αναδύθηκε. Ανάμεσά τους πρόβαλε η μάσκα και οι μπουκάλες. Ανάσκελα βρέθηκε με το οργανό του σε στύση. Χύμηξαν και οι δυό να το δοκιμάσουν. Αλατισμένο και έτοιμο ποτέ δεν τους είχε ξανατύχει. Η Αλέκα το πήρε στο στομα της, η Μαριλένα αρκέστηκε στ’ αρχίδια που παρόλλη τη ψύχρα του νερού ήταν φουσκωμένα. Το στήθος του δύτη ανεβοκατέβαινε και τα χέρια του κουνιώνταν σπασμωδικά..ε! κάτι ξέρουμε απο πίπες, άπειρες έχουμε πάρει πιά! Χαλάρωσε και αφήσου στα τερτίπια της γλώσσας μας!

Κολύμπησε πρός τη παραλία, το κωλαράκι του μπαινόβγαινε στο κυματάκι, πότε το βλέπανε, πότε όχι. Το κυνηγούσαν και κάθε που εμφανιζόταν του έδιναν και ένα μπατσάκι. Φθάσανε συγχρόνως έξω. Ο δύτης έβγαλε τον εξοπλισμό του και τον είδανε. Δεν ήταν της ηλικίας τους, μάλλον τα διπλά τους χρόνια θα είχε, δεν πρόλαβαν όμως να απογοητευτούν γιατί τις άρπαξε απο τα βυζιά και τις κόλλησε επάνω του. Κυλίστακαν στις ψάθες, ψάχνοντας, φιλώντας, πιάνοντας, γελώντας.

Η Μαριλένα κλείδωσε τα χείλη της στο πέος του ενώ η Αλέκα δεχόταν καυτά φιλιά και χάδια. Πίεσε τις ρώγες της τόσο που την πονούσαν, οι τρίχες στο σβέρκο της σηκώθηκαν, αναρριγούσε. Τη γύρισε ανάσκελα και της άνοιξε τα πόδια, τράβηξε το όργανό του απο το στόμα της Μαριλένας και το έχωσε στο π..ουλί της Αλέκας απότομα. Εκείνη τσίριξε, ήταν στενή ίσως και απο την έλλειψη σταθερού σέξ, το κατάλαβε, τραβήχτηκε και την ξαναβούλωσε..άλλη κραυγή και ξανά και ξανά μέχρι που οι κραυγές έγιναν της ηδονής  τα γουργουρίσματα. Η Μαριλένα του έλαβε κωλο-δάχτυλο. Αρχισε να τινάζεται και η Αλέκα να χτυπιέται.

Αλλά δεν έχυσε. Η Αλέκα κύλησε στο πλευρό και η Μαριλένα πήρε τη θέση της σήκωσε τα μπούτια της και τα έβαλε στους ώμους του, της άρεσε το βαθύ γα..μήσι συνήθεια απο τον φίλο της που τον είχε 10ποντο. Που πήγε ο ηλίθιος στο Στρατό για να κάνει καριέρα..πάρτα τώρα. Αρχισε να του μιλάει πρόστυχα την ώρα που τον μπαινόβγαζε στο πουλί της. Ο δύτης σταμάτησε για μιά στιγμή και μετά τρελλάθηκε, και ..έχυσε μέσα της, ξανά και ξανά.

Τραβήχθηκε ανάσκελα ξέπνοος. Η Αλέκα πήρε σπέρμα απο την αδελφή της και το δοκίμασε. Αλμυρό και πηχτό, πήρε και λίγο με τη γλώσσα. Κι άλλο. Κι άλλο. Τη στέγνωσε τη Μαριλένα καλά. Δεν ήταν πρώτη φορά, εξάλλου της το χρώσταγε για τις τόσες φορές που την είχε γλείψει όταν ήταν στενοχωρεμένη. Αγαπημένες αδελφές σε όλες τις στιγμές. 

Τις κύτταζε και τόπαιζε. Μετά πήγε πίσω απο τη Μαριλένα και την πήρε απο τον κ..ώλο. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ο φίλος της ο φαντάρος τον αλώνιζε καλά από πίσω εδώ και χρόνια..για να μη τη χαλάσει. Ελεγε.

Η Αλεκα δεν πίστευε στα μάτια της με αυτό που έβλεπε. Ποτέ δεν είχε κάνει έρωτα απο πίσω αν και φαντασιωνόταν. Ούτε γκόμενο είχε. Τραβήχθηκε και τους κύτταζε.

Οταν απόσωσαν, ο καταιδρωμένος δύτης τη πλησίασε. «Παρθένα δεν είσαι;» τη ρώτησε. «ναί» του απάντησε ντροπαλά. Κυττάχτηκε με τη Μαριλένα και ένα πονηρό χαμόγελο έκατσε στα πρόσωπά τους.

Ξανασυναντήθηκαν με τον δύτη την ίδια μέρα, το βράδυ. Που πήγαν για χορό. Ηπιαν, μίλησαν, γέλασαν, χόρευε πότε με τη μία, πότε με την άλλη. Κολλούσε επάνω τους στο χορό και ένοιωθαν το πέος του σε επιφυλακή. Στο δρόμο για το σπίτι, πηρε τη Μαριλένα στα όρθια πίσω απο ένα δένδρο. Η Αλέκα τους κύτταζε και αυνανιζόταν.  

Επιστροφή νωρίς Το ερωτικό ραντεβού ήταν για την επομένη στις 06.00 στη παραλία τους. Πήγανε και οι 3 μαζί με το φουσκωτό του. Είχε φέρει κρέμα μαζί του που την άλειψε στον κώλο της Αλέκας για να μη πονέσει στο ξεπαρθένεμά της. Την γ..άμισε σε μία εσοχή των βράχων, μακρυά απο τα πιθανά βλέμματα πάνω στις λασπωμένη ακτή. Οι κραυγές του πόνου και της ηδονής είχαν γίνει ένα με το σπάσιμο των κυμάτων γιατί σήμερα είχε θάλασσα με κύμα. Που έσπαγε επάνω τους και υψωνόταν μαζί με τους οργασμούς.  Διάχυτη η ηδονή στη σπηλιά, αυτή που έρχεται με τη λάσπη στα σώματα που παλεύουν και φέύγει με το κύμα, το καλοκαίρι και τον ώριμο εραστή.

Read Full Post »