Οι ζέστες του καλοκαιριού είχαν ανάψει, ο κόσμος όλος έμενε μέσα με τον κλιματισμό ή πήγαινε στις παραλίες. Η Μιράντα όμως δεν είχε κλιματισμό στο μικρό της, σχεδόν φοιτητικό, διαμέρισμα. Δεν τη πείραζε η ζέστη, είχε μάθει απο τη Νότια Αφρική που μεγάλωσε να αντέχει το λίβα. Της άρεσε το διαμερισματάκι αυτό, στη ταράτσα ενός τριόροφου, γιατί είχε θέα σε μεγάλο κεντρικό δρόμο, με πολύ θόρυβο, είχε και λαϊκή αγορά κάθε Τετάρτη μπροστά, το πολύβουο πλήθος της θύμιζε τη πατρίδα. Ετσι τα βράδυα καθόταν στο μπαλκόνι, με σβηστα τα φώτα και κάπνιζε..αφουγκραζόμενη τον αχό του δρόμου.
Η ζέστη της χάϊδευε απαλά τα μαλλιά, γι’ αυτό άλλωστε τα μάζευε σε αλογοουρά, της άγγιζε το κορμί με φουντωμένη διάθεση, γι’ αυτό φόραγε μόνο το πάνω μέρος ενός μαγιώ, ή ένα ελαφρύ βαμβακερό μπλουζάκι χωρίς σουτιέν εννοείτε. Εκανε πολύ ζέστη για να βάλει βρακί, προτιμούσε να κυκλοφορεί χωρίς, όμως για να μην προκαλεί τη γειτονιά σκεπαζόταν με μία πετσέτα όταν καθόταν στο μπαλκόνι της. Να μη φαίνεται το πουλί της απο τους απέναντι. Στα πόδια της δεν έβαζε τίποτα..κράταγε όμως τα παπούτσια της, συνήθως γόβες με τακούνι.
Ερχόταν η λιγοστή δροσιά της νύχτας και της έκαιγε το τσιγάρο τα δάχτυλα. Χαλάρωνε το σώμα της και άνοιγαν τα πόδια, τα όμορφα αυτά μακριά πόδια που ήταν μπλεγμένα στο κιγκλίδωμα. Και άφηναν θέα στους περαστικούς το υπέροχο σκοτεινό της εφήβαιο, που δεν φαινόταν, αλλά που έτσι τους έκανε να ονειρεύονται. Και βέβαια κάποιος της χτυπούσε το κουδούνι. Και εκτός απο ορισμένες περιπτώσεις όχι μόνο του άνοιγε αλλά τον οδηγούσε και στο κρεββάτι, για ηδονές μέσα στους ιδρώτες και τις ανεξέλεγκτες ορμές. Ετσι κι αλλιώς αυτό ήταν και το επίσημο επάγγελμά της.. ιέρεια ενός αγοραίου έρωτα, με δικούς της όρους. Το πρωϊ, σπούδαζε, το βράδυ εργαζόταν για τα εξοδά της, το ενοίκιο και την ηδονή.
Οι πελάτες της πλέον ήταν σταθεροί, τους ήξερε, την ήξεραν. Είχαν εξερευνήσει κάθε πόντο σάρκας, κοιλότητας, οπής, εξογκώματος. Είχαν κάνει έρωτα σκέτο ή και με βοηθήματα και είχαν καταλήξει ότι ο καύσωνας ήταν ο καλύτερος σύμμαχος. Τα ιδρωμένα κορμιά απο τους οργασμούς και απο τη ζέστη, πιστοί αυλικοί του θεού Ηλιου. Την πλήρωναν για αυτή την ηδονή. Και τα δεχόταν με χαμόγελο. Φεύγοντας όλοι έπαιρναν ένα μπατσάκι στον πισινό. Ετσι έπρεπε, ώστε να έχουν λόγο να ξαναγυρίζουν. Οχι όμως κατευθείαν στη πόρτα της, πρώτα έπαιρναν μάτι απο κάτω..τ’ ανοιχτά της πόδια, στο μπαλκόνι μιά νυχτιά φέτος το καλοκαίρι.
Το μπαλκόνι
Νοεμβρίου 11, 2011 από Θεία Λένα